İngilizce » Yunanca  |
Yukarı  |
| switch |
{swıtʃ}
- {N} διακόπτης ηλεκτρικών συρμάτων, αλλαγή, διακόπτης, κινητοί συνδετικοί ράβδοι σιδηροδρόμου, μαστίγιο, συνδετήρας ηλεκτρικών συρμάτων, λεπτή ράβδος, βέργα
- {V} αλλάζω διεύθυνση, κραδαίνω, μαστιγώνω, αλλάσω διεύθυνση
|
|
|
|
|
İngilizce » Yunanca İlişkili Sonuçlar |
Yukarı  |
| interphone switch |
- {N} αλληλεποικοινωνία, εσωτερικό σύστημα τηλεφωνικής αλληλεπικοινωνίας
|
|
| optical switch |
|
|
| switch off |
|
|
| switch on |
|
|
| time switch |
|
|
|
|