• sözlük
  • dictionary
  • wörterbuch
  • çeviri
New Layout
Text Translation
Old Layout
Web Search
WORD
     

Google Translate
WORD
     
Language selection
»
|

English » Greek Top
abstract Hear! {'æbstrækt}
  • {A} αφηρημένος
  • {N} απόσπασμα, περίληψη, επιτομή
abstract Hear! {æb'strækt}
  • {V} αφαιρώ, αποσπώ, αποχωρίζω

English » Greek Indirect results Top
in the abstract
  • {ADV} αφηρημένα, θεωρητικά
abstract art
  • {N} αφηρημένη τέχνη
abstract noun
  • {N} αφηρημένο ουσιαστικό
abstract symbol
  • {N} αφηρημένο σύμβολο