• sözlük
  • dictionary
  • wörterbuch
  • çeviri
New Layout
Text Translation
Old Layout
Web Search
WORD
     

Google Translate
WORD
     
Language selection
»
|

English » Greek Top
aerial Hear! {'eərıəl}
  • {A} εναέριος, αέριος
  • {N} κεραία ασύρματου, εναέριος αγωγός

English » Greek Indirect results Top
actual aerial height
  • {N} ενεργό ύψος κεραίας
aerial beacon
  • {N} αερόφαρος
aerial cable
  • {N} εναέριο καλώδιο
aerial circuit
  • {N} κύκλωμα κεραίας
aerial coil
  • {N} πηνίο κεραίας (ασυρ.)
aerial conductor
  • {N} εναέρια γραμμή
aerial engineer
  • {N} ιπτάμενος μηχανικός
aerial height
  • {N} ενεργό ύψος κεραίας
aerial inductance
  • {N} αυτεπαγωγή κεραίας
aerial insulation
  • {N} μόνωση κεραίας
aerial insulators
  • {N} μονωτήρες κεραίας
aerial lead in
  • {N} τροφοδοτική γραμμή κεραίας
aerial line
  • {N} εναέρια γραμμή
aerial navigation
  • {N} αερόπλοια
aerial photography
  • {N} αεροφωτογράφηση
aerial resistance
  • {N} αντίσταση κεραίας
aerial scanner
  • {N} κέντρο ραντάρ
aerial tunning
  • {N} συντονισμός κεραίας
aerial tunning condenser
  • {N} πυκνώτης συντονισμού κεραίας
aerial wire
  • {N} σύρμα κεραίας