• sözlük
  • dictionary
  • wörterbuch
  • çeviri
New Layout
Text Translation
Old Layout
Web Search
WORD
     

Google Translate
WORD
     
Language selection
»
|

English » Greek Top
chase Hear! {tʃeıs}
  • {N} κυνηγητό, κυνήγι, καταδίωξη, γλυφή
  • {V} κυνηγώ, διώκω, τρέχω από πίσω, καταδιώκω, λαξεύω, σκαλίζω