• sözlük
  • dictionary
  • wörterbuch
  • çeviri
New Layout
Text Translation
Old Layout
Web Search
WORD
     

Google Translate
WORD
     
Language selection
»
|

English » Greek Top
cross Hear! {krɔ:s}
  • {A} διαγώνιος, διασταυρωμένος, δύστροπος, ενάντιος, σκυθρωπός, σταυρωτός
  • {N} διασταύρωση, σταυρός
  • {V} διασταυρώνω, σταυρώνω, διασχίζω, εμποδίζω, περνώ, περνώ απέναντι

English » Greek Indirect results Top
Red Cross
  • {NPR} σταυρόσ: Ερυθρός Σταυρός
cross-check Hear! {'krɔ:stʃek}
  • {N} τσεκάρισμα
  • {V} τσεκάρω, διασταυρώνω
cross-examination Hear! {,krɔ:sıgzæmə'neıʃən}
  • {N} ανάκριση, αντιπαράσταση, εξέταση σε αντιπαράθεση, ανάκριση από το δικηγόρο του αντίδικου
cross-examine Hear! {,krɔ:sıg'zæmın}
  • {V} ανακρίνω, αντεξετάζω, εξετάζω κατ' αναπαράσταση, εξετάζω σε αντιπαράθεση
cross-eyed Hear! {'krɔ:s,aıd}
  • {A} αλλήθωρος
cross-fertilization {,krɔ:s,fɜ:rtələ'zeıʃən}
  • {N} διασταύρωση
cross-fertilize Hear! {,krɔ:s'fɜ:rtə,laız}
  • {V} διασταυρώνω
cross-grained Hear! {,krɔ:s'greınd}
  • {A} διεστραμμένος
cross-grained person
  • {N} στραβάδι, στραβόξυλο
cross-legged Hear!
  • {N} οκλαδό, σταυροπόδι
cross off
  • {V} διαγράφω
cross out
  • {V} διαγράφω
cross-purpose Hear! {,krɔ:s'pɜ:rpəs}
  • {N} αντίθετος σκοπός
cross-purposes {,krɔ:s'pɜ:rpəsız}
  • {N} παρεξήγηση
cross-question Hear! {,krɔ:s'kwestʃən}
  • {V} ανακρίνω, εξετάζω κατ' αντιπαράσταση, αντεξετάζω
cross-reference {,krɔ:s'refərəns}
  • {N} παραπομπή
cross-section {,krɔ:s'sekʃən}
  • {N} τομή, αντιπροσωπευτικό δείγμα
cross-stitch Hear! {'krɔ:s,stıtʃ}
  • {N} σταυροβελονιά
cross-talk {'krɔ:stɔ:k}
  • {N} λογομαχία, στιχομυθία
double-cross Hear! {,dʌbəl'krɔ:s}
  • {N} προδοσία