• sözlük
  • dictionary
  • wörterbuch
  • çeviri
New Layout
Text Translation
Old Layout
Web Search
WORD
     

Google Translate
WORD
     
Language selection
»
|

English » Greek Top
hobble-skirt {'hɒbəlskɜ:rt}
  • {N} στενή φούστα

English » Greek Indirect results Top
a bit of skirt
  • {ID} γκόμενα, θηλυκό
hobble Hear! {'hɒbəl}
  • {N} πέδικλο, χωλότης, κούτσαμα
  • {V} πεδικλώνω, περδικλώνω, περδουκλώνω, κουτσαίνω, χωλαίνω, παρεμποδίζω
skirt Hear! {skɜ:rt}
  • {N} φούστα, μεσοφόρι, κράσπεδο
  • {V} περιτριγυρίζω, περιζώνω
skirt chaser
  • {N} μουρντάρης