• sözlük
  • dictionary
  • wörterbuch
  • çeviri
New Layout
Text Translation
Old Layout
Web Search
WORD
     

Google Translate
WORD
     
Language selection
»
|

English » Greek Top
knock Hear! {nɒk}
  • {N} κτύπος, οικονομική ζημιά, χτύπημα, χτύπος
  • {V} χτυπώ, κρούω, κτυπώ

English » Greek Indirect results Top
knock about
  • {V} περιπλανώμαι, τριγυρίζω, στραπατσάρω
knock down {'nɒkdaʋn}
  • {V} αποσυναρμολογώ, γκρεμίζω, ρίχνω κάτω, κατακυρώνω
  • {A} λυομένος
  • {N} κατακύρωση
knock down price
  • {N} τιμή κατακύρωσης
knock it off
  • {INTRJ} κόφτο!
knock-kneed Hear! {,nɒk'ni:d}
  • {A} στραβοπόδης
knock off
  • {V} σταματώ, σχολάω, σκαρώνω
knock out {'nɒk,aʋt}
  • {V} ρίχνω νοκάουτ
  • {A} ακαταγώνιστος
  • {N} χαριστική βολή
knock together
  • {V} κατασκευάζω πρόχειρα
knock up
  • {V} ξυπνώ, αφήνω έγκυο, σκαρώνω