• sözlük
  • dictionary
  • wörterbuch
  • çeviri
New Layout
Text Translation
Old Layout
Web Search
WORD
     

Google Translate
WORD
     
Language selection
»
|

English » Greek Top
purpose Hear! {'pɜ:rpəs}
  • {N} πρόθεση, προορισμός, σκοπός
  • {V} σκοπεύω, προτίθεμαι

English » Greek Indirect results Top
cross-purpose Hear! {,krɔ:s'pɜ:rpəs}
  • {N} αντίθετος σκοπός
general purpose
  • {N} γενικού σκοπού
general purpose computer
  • {N} υπολογιστής γενικής χρήσης
hidden purpose
  • {N} υστεροβουλία
on purpose
  • {ADV} επίτηδες, εξεπίτηδες
to no purpose
  • {ADV} σε χωρίς λόγο