• sözlük
  • dictionary
  • wörterbuch
  • çeviri
New Layout
Text Translation
Old Layout
Web Search
WORD
     

Google Translate
WORD
     
Language selection
»
|

English » Greek Top
standard Hear! {'stændərd}
  • {A} καθιερωμένος, κανονικός, κριτήριος, πρότυπος, σταθερός
  • {N} κανών, μέτρο, πρότυπο, φλάμπουρο, σημαία

English » Greek Indirect results Top
gold standard
  • {N} χρυσός κανόνας
living standard {'lıvıŋ,stændərd}
  • {N} βιοτικό επίπεδο
standard atmosphere
  • {N} διεθνής πρότυπος ατμόσφαιρα
standard bearer {'stændərd,beərər}
  • {N} σημαιοφόρος
standard cost
  • {N} πρότυπο κόστος
standard of living
  • {N} βιοτικό επίπεδο
standard specifications
  • {N} πρότυποι κανονισμοί
standard time
  • {N} επίσημη ώρα