• sözlük
  • dictionary
  • wörterbuch
  • çeviri
New Layout
Text Translation
Old Layout
Web Search
WORD
     

Google Translate
WORD
     
Language selection
»
|

English » Greek Top
stick Hear! {stık}
  • {N} ξύλο, ραβδί, ράβδος
  • {V} βάλλω, προσκολλώ, κόλλωμαι, κεντώ, εμμένω, αμηχανώ, κολλώ, τοιχοκολλώ

English » Greek Indirect results Top
fiddle stick {'fıdəl,stık}
  • {N} δοξάρι
oil stick
  • {N} μετρητής λάδιου
slap stick
  • {A} χονδροειδής
be in a cleft stick
  • {ID} είμαι σε αδιέξοδο
stick around
  • {V} παραμένω τριγύρω
stick at
  • {V} αφοσιώνομαι
stick in the mud {'stıkınðə,mʌd}
  • {A} νωθρός
stick out
  • {V} εξέχω, προεκτείνω
stick to
  • {V} εμμένω
stick together
  • {V} παραμένουμε μαζί
stick to it
  • {N} κουράγιο
stick up {'stıkʌp}
  • {V} ξεπροβάλλω
  • {N} ληστεία
stick your hands up!
  • {INTRJ} ψηλά τα χέρια!
walking stick {'wɔ:kıŋstık}
  • {N} ράβδος, μπαστούνι