• sözlük
  • dictionary
  • wörterbuch
  • çeviri
New Layout
Text Translation
Old Layout
Web Search
WORD
     

Google Translate
WORD
     
Language selection
»
|

English » Greek Top
wheel Hear! {wi:l}
  • {N} ρόδα, τιμόνι, τροχός
  • {V} γυρίζω, περιστρέφω, κυλιέμαι σε τροχούς

English » Greek Indirect results Top
overshot wheel
  • {A} υδροκίνητος τροχός
paddle wheel {'pædəlwi:l}
  • {N} τροχός πλοίου
pitch wheel
  • {N} οδωντωτός τροχός
spinning wheel {'spınıŋwi:l}
  • {N} ανέμη
spur wheel {'spɜ:rwi:l}
  • {N} οδοντωτός τροχός
steering wheel {'stırıŋ,wi:l}
  • {N} τιμόνι
water wheel {'wɒtər,wi:l}
  • {N} υδροκίνητος τροχός