• sözlük
  • dictionary
  • wörterbuch
  • çeviri
Genel Arama
Çeviri
Eski Arayüz
Web Arama
KELİME
     

Google Translate
KELİME
     
Dil Seçimi
»
|

İngilizce » Yunanca Yukarı
capital Dinle! {'kæpıtəl}
  • {A} εξαίρετος, κεφαλαίος, κεφαλικός, κύριος
  • {N} κεφάλαιο, κεφαλαίο γράμμα, μητρόπολη, πρωτεύουσα

İngilizce » Yunanca İlişkili Sonuçlar Yukarı
authorized capital
  • {N} εγκριθέν κεφάλαιο
capital account
  • {N} λογαριασμός κεφαλαίων
capital contributions
  • {N} εισφορές κεφαλαίων
capital of a sole proprietor
  • {N} κεφάλαιο ιδιοκτήτου
capital redeemed
  • {N} αποπληρωθέν κεφάλαιο
capital reserves
  • {N} αποθεματικά κεφάλαιου
capital stock
  • {N} μετοχικό κεφάλαιο
company capital
  • {N} εταιρικό κεφάλαιο
increase of capital
  • {N} αύξηση κεφάλαιου
members capital
  • {N} εταιρικό κεφαλαίο
nominal capital
  • {N} ονομαστικό κεφαλαίο
paid in capital
  • {N} καταβληθέν κεφάλαιο
reduction of capital
  • {N} μείωση κεφαλαίου
risk capital
  • {N} κερδοσκοπικά κεφάλαια
share capital
  • {N} μετοχικό κεφάλαιο
subscribed capital
  • {N} αναλήφθεν κεφαλαίο
working capital
  • {N} κεφάλαιο κινήσεως