İngilizce » Yunanca  |
Yukarı  |
| conscious |
{'kɒnʃəs}
- {A} ενσυνείδητος, όποιος έχει επίγνωση, συνειδητός, συνειδώς, συναισθανόμενος
- {N} γνωρίζων
|
|
|
|
|
İngilizce » Yunanca İlişkili Sonuçlar |
Yukarı  |
| class conscious |
{klæs'kɒnʃəs}
- {A} όποιος έχει ταξική συνείδηση
|
|
| self-conscious |
{,self'kɒnʃəs}
- {A} αυτοσυνειδητός, νευρικός, ευσυνείδητος
|
|
|
|