• sözlük
  • dictionary
  • wörterbuch
  • çeviri
Genel Arama
Çeviri
Eski Arayüz
Web Arama
KELİME
     

Google Translate
KELİME
     
Dil Seçimi
»
|

İngilizce » Yunanca Yukarı
credit Dinle! {'kredıt}
  • {N} πίστη, πίστωση, έπαινος, υπόληψη, πεποίθηση, τιμή, βερεσές
  • {V} πιστώνω, δίνω πίστωση, πιστεύω

İngilizce » Yunanca İlişkili Sonuçlar Yukarı
credit entry
  • {N} πιστωτική εγγραφή
credit instruments
  • {N} πιστωτικά μέσα
credit insurance
  • {N} ασφάλιση πιστώσεων
credit memorandum
  • {N} πιστωτικό σημείωμα
credit note
  • {N} πιστωτικό σημείωμα
irrevocable credit
  • {N} ανέκκλητη πίστωση
letter of credit
  • {N} πίστωση τραπεζική
line of credit
  • {N} πίστωση τραπεζική
marine credit
  • {N} ναυτιλιακή πίστη
mortgage credit
  • {N} ενυπόθηκη πίστωση
open credit
  • {N} ανοικτή πίστωση
purchase on credit
  • {N} αγορά με πίστωση
sale on credit
  • {N} πώληση με πίστωση