• sözlük
  • dictionary
  • wörterbuch
  • çeviri
New Layout
Text Translation
Old Layout
Web Search
WORD
     

Google Translate
WORD
     
Language selection
»
|

English » Greek Top
fret Hear! {fret}
  • {N} ερεθισμός, γωνιώδες σχέδιο, δαχτυλοθεσίο κιθάρας, δυσφορία
  • {V} ερεθίζω, ερεθίζομαι, δυσφορώ, ενοχλώ, εκνευρίζομαι, στενοχωριέμαι, σκαλίζω ξύλο