• sözlük
  • dictionary
  • wörterbuch
  • çeviri
New Layout
Text Translation
Old Layout
Web Search
WORD
     

Google Translate
WORD
     
Language selection
»
|

English » Greek Top
keen Hear! {ki:n}
  • {A} κοφτερός, οξύς, τσουχτερός, κοπτερός, δριμύς, σφοδρός
  • {N} μοιρολόγι
  • {V} μοιρολογώ

English » Greek Indirect results Top
keen competition
  • {N} σκληρός ανταγωνισμός
keen edge
  • {N} κοφτερή κόψη
keen intelligence
  • {N} μεγάλη ευφυία, κοφτερό μυαλό
keen on
  • {A} κοφτερός
keen point
  • {N} μυτερή άκρη
keen wind
  • {N} τσουχτερός αέρας