• sözlük
  • dictionary
  • wörterbuch
  • çeviri
Genel Arama
Çeviri
Eski Arayüz
Web Arama
KELİME
     

Google Translate
KELİME
     
Dil Seçimi
»
|

İngilizce » Yunanca Yukarı
set Dinle! {set}
  • {A} αμετάτρεπτος, σταθερός, ορισμένος
  • {N} τάξη, φορμάρισμα, δύση, σερβίτσιο, σειρά, συλλογή
  • {V} βάζω, βάλλω, θέτω, τοποθετώ, ορίζω, κανονίζω, κατακαθίζω, προσαρμόζω, στερεώνω, δύω